χωρίζω

χωρίζω помещать отдельно, отделять (ср. ὁρίζω)

Древнегреческо-русский учебный словарь. - С-П.: "Нотабене". 1997.

Смотреть что такое "χωρίζω" в других словарях:

  • χωρίζω — separate pres subj act 1st sg χωρίζω separate pres ind act 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • χωρίζω — χωρίζω, χώρισα βλ. πίν. 33 …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • χωρίζω — ΝΜΑ 1. θέτω χωριστά, απομακρύνω κάποιον ή κάτι από άλλους ή άλλα (α. «χώρισα τα παιδιά για να μην τσακώνονται» β. «χωρίζουσι δ ἀλλήλων λόγους», Ευρ.) 2. διασπώ κάτι το ενιαίο, διαιρώ (α. «δεν μπορείς να χωρίσεις το σώμα από την ψυχή» β. «χώρισε… …   Dictionary of Greek

  • χωρίζω — [хоризо] р. отделять, делить, разделять, разводить, давать развод, разлучать …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • χωρίζω — χώρισα, χωρίστηκα, χωρισμένος 1. αποχωρίζω, ξεχωρίζω, απομακρύνω κάποιον ή κάτι: Χωρίζει τα στέρφα από τα γαλάρια. 2. διαλέγω, προτιμώ. 3. διανέμω, διαμοιράζω: Ήταν πολλά αδέρφια, και ο πατέρας τους τους χώρισε την περιουσία του λίγους μήνες πριν …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • κεχωρισμένα — χωρίζω separate perf part mp neut nom/voc/acc pl κεχωρισμένᾱ , χωρίζω separate perf part mp fem nom/voc/acc dual κεχωρισμένᾱ , χωρίζω separate perf part mp fem nom/voc sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κεχώρισθε — χωρίζω separate perf imperat mp 2nd pl χωρίζω separate perf ind mp 2nd pl χωρίζω separate plup ind mp 2nd pl (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κεχώρισθον — χωρίζω separate perf ind mp 3rd dual χωρίζω separate perf ind mp 2nd dual χωρίζω separate plup ind mp 2nd dual (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • χωρίζεσθε — χωρίζω separate pres imperat mp 2nd pl χωρίζω separate pres ind mp 2nd pl χωρίζω separate imperf ind mp 2nd pl (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • χωρίζετε — χωρίζω separate pres imperat act 2nd pl χωρίζω separate pres ind act 2nd pl χωρίζω separate imperf ind act 2nd pl (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • χωρίζῃ — χωρίζω separate pres subj mp 2nd sg χωρίζω separate pres ind mp 2nd sg χωρίζω separate pres subj act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.